1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν