1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής