1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος