1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος