1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή