1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά