1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι υιός της Αφροδίτης αποφάσισας φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας