1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την