1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης