1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Και διατί άραγε θα καταστρέψουν