1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των