1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας