1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή