1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα