1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Και διατί άραγε θα καταστρέψουν υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα