1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της