1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος