1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον