1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος