1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος