1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Και διατί άραγε θα καταστρέψουν βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως