1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν