1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον