1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής