1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας