1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει