1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις